Monday, March 30, 2009
Sunday, March 29, 2009
Saturday, March 28, 2009
Friday, March 27, 2009
Thursday, March 26, 2009
Wednesday, March 25, 2009
Η επανάσταση του 1821
Εντάξει, μπορεί να μην τρελαινόμαστε στο να σηκώνουμε σημαίες από… νάιλον στο μπαλκόνι μας, αλλά μερικά πράγματα αξίζει να τα θυμόμαστε. Λέω για εκείνους τους αληθινούς ήρωες που αγωνίστηκαν για την ελευθερία, πάλεψαν κάτω από εντελώς αντίξοες συνθήκες για να μπορούμε σαν κράτος να κάνουμε αυτά που θεωρούμε ότι είναι καλά για το κοινό συμφέρον. Ο μεγάλος ξεσηκωμός του γένους, οι μάρτυρες που έγραψαν ιστορία με το θάρρος τους, την τόλμη τους, την αποφασιστικότητά τους. Να θυμόμαστε, να μην ξεχνάμε. Λαός που χάνει τη μνήμη του είναι καταδικασμένος λαός.
Tuesday, March 24, 2009
Μια παράσταση που άξιζε να τη δούμε
Με αφορμή μια πρόσκληση από το Σύλλογο Γονέων του σχολείου που πηγαίνει ο γιός μου, βρέθηκα μαζί του στο «ΓΚΛΟΡΙΑ» να δούμε τη θεατρική παράσταση «Σνίτσελ με βότκα Τσέχωφ».
Δηλώνω ενθουσιασμένος από την υπόθεση των τριών μονόπρακτων που πραγματεύονταν τον έρωτα, το εκπληκτικό παίξιμο και των τεσσάρων ηθοποιών που πήραν μέρος, με προεξάρχοντα τον Τάκη Παπαματθαίου που σκηνοθέτησε και την παράσταση.
Απλό, λιτό σκηνικό, βαρύ σα να ήσουν στη Ρωσία στις αρχές του 19ου αιώνα (δεν έχω πάει ούτε στις μέρες μας, αλλά μπορώ να το φανταστώ), κλασική μουσική, υπηρέτες και αφεντικά κι ένας απαλός φωτισμός και κεριά μπροστά στη σκηνή.
Ένα ευχάριστο διάλειμμα, μια φωτεινή ανάσα σε εποχές πολιτιστικής αποτελμάτωσης.
Γέλασα με την ψυχή μου, προβληματίστηκα, ένιωσα αυτό που λέμε «ανάταση» και χρειαζόμαστε ώρες ώρες όσο τίποτε άλλο για να σταθούμε στα πόδια μας.
Κρίμα που δεν το στήριξε ο Σύλλογος, όπως θα έπρεπε, ούτε τα μέλη του Δ.Σ. δεν ήρθαν (μόνο δύο από τα επτά). Κι όμως το θέατρο, το καλό θέατρο, γαληνεύει την ψυχή και μας κάνει καλύτερους ανθρώπους.
Saturday, March 21, 2009
Ενα ποίημα για την εαρινή ισημερία
‘Εχεις μια γεύση τρικυμίας στα χείλη - Μα πού γύριζες
Ολημερίς τη σκληρή ρέμβη της πέτρας και της θάλασσας
Αετοφόρος άνεμος γύμνωσε τους λόφους.
Γύμνωσε την επιθυμία σου ως το κόκαλο
Κι οι κόρες των ματιών σου πήρανε τη σκυτάλη της χίμαιρας
Ριγώνοντας μ’ αφρό τη θύμηση!
Πού είναι η γνώριμη ανηφοριά του μικρού Σεπτεμβρίου
Στο κοκκινόχωμα όπου έπαιζες θωρώντας προς τα κάτω
Τους βαθιούς κυαμώνες των άλλων κοριτσιών
Τις γωνιές όπου οι φίλες σου άφηναν αγκαλιές τα δυοσμαρίνια
- Μα πού γύριζες
Ολονυχτίς τη σκληρή ρέμβη της πέτρας και της θάλασσας
Σου’ λεγα να μετράς μες στο γδυτό νερό τις φωτεινές του μέρες
Ανάσκελη να χαίρεσαι την αυγή των πραγμάτων
‘Η πάλι να γυρνάς κίτρινους κάμπους
Μ’ ένα τριφύλλι φως στο στήθος σου ηρωίδα ιάμβου.
‘Εχεις μια γεύση τρικυμίας στα χείλη
Κι ένα φόρεμα κόκκινο σαν το αίμα
Βαθιά μες στο χρυσάφι του καλοκαιριού
Και τ’ άρωμα των γυακίνθων - Μα πού γύριζες
Κατεβαίνοντας προς τους γιαλούς τους κόλπους με τα βότσαλα
‘Ηταν εκεί ένα κρύο αρμυρό θαλασσόχορτο
Μα πιο βαθιά ένα ανθρώπινο αίσθημα που μάτωνε
Κι άνοιγες μ’ έκπληξη τα χέρια σου λέγοντας τ’ όνομά του
‘Οπου σελάγιζε ο δικός σου ο αστερίας
‘Ακουσε ο λόγος είναι των στερνών η φρόνηση
Κι ο χρόνος γλύπτης των ανθρώπων παράφορος
Κι ο ήλιος στέκεται από πάνω του θηρίο ελπίδας
Κι εσύ πιο κοντά του σφίγγεις έναν έρωτα
‘Εχοντας μια πικρή γεύση τρικυμίας στα χείλη.
Δεν είναι για να λογαριάζεις γαλανή ως το κόκαλο άλλο καλοκαίρι,
Για ν’ αλλάξουνε ρέμα τα ποτάμια
Και να σε πάνε πίσω στη μητέρα τους,
Για να ξαναφιλήσεις άλλες κερασιές
‘Η για να πας καβάλα στο μαίστρο.
Στυλωμένη στους βράχους δίχως χτες και αύριο,
Στους κινδύνους των βράχων με τη χτενισιά της θύελλας
Θ’ αποχαιρετήσεις το αίνιγμά σου.
Του Οδυσσέα Ελύτη








