Η προσέγγιση που ακολουθεί είναι του αρθρογράφου Χρήστου Θεοχαράτου από τον ΑΔΕΣΜΕΥΤΟ. Ο δημοσιογράφος είναι συνταξιούχος πια, αλλά συνεχίζει να αρθρογραφεί και η πένα του είναι κοφτερή και δυνατή όπως τότε, τα πρώτα χρόνια μετά τη μεταπολίτευση που ήταν ο κεντρικός αρθρογράφος της ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑΣ.
Πολλοί από μας που αργότερα ακολουθήσαμε το επάγγελμα του δημοσιογράφους για βιοπορισμό και όχι μόνο, κάτι τέτοιους αρθρογράφους είχαμε για υπόδειγμα. Ανεξάρτητα αν συμφωνεί κανείς με τον Χρ. Θεοχαράτο στον τρόπο που θέτει τα επιχειρήματα του για να υπερασπιστεί τη θέση του δεν μπορείς να του αρνηθείς ότι γνωρίζει το πρόβλημα σε όλες του τις διαστάσεις.
Έτσι ως προβληματισμό μπροστά στις καταλήψεις που έρχονται, ενόψει και των Χριστουγέννων ως χιονοστιβάδα, αναδημοσιεύουμε το άρθρο του που δημοσιεύθηκε στις 17/10/2008. Καμιά σχέση, βεβαίως, με το στριφνό ύφος του προϊσταμένου της εισαγγελίας Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης κι ας κινείται στην ίδια γραμμή…
“Μέχρι χθες οι «καταλήψεις» σε Γυμνάσια και Λύκεια είχαν ξεπεράσει τις 300. Και οι πληροφορίες που πηγάζουν από τον εκπαιδευτικό χώρο, συγκλίνουν ότι, όσο περνούν οι μέρες, θα εντείνονται και θα πολλαπλασιάζονται και στα μεγάλα αστικά κέντρα και στην περιφέρεια.
Το γεγονός αυτό – και από μόνο του, χωρίς, δηλαδή να συνεκτιμηθούν και οι προετοιμαζόμενες απεργιακές κινητοποιήσεις των εκπαιδευτικών- υπογραμμίζει ότι θα έχουμε μια εξαιρετικά δύσκολη χρονιά και για την κυβέρνηση και για τους δασκάλους και καθηγητές και για τους μαθητές και τις οικογένειες τους.
Θα παρατηρηθεί, ίσως, ότι, αν η Παιδεία δεν είχε προβλήματα, ούτε απεργιακές κινητοποιήσεις θα προετοιμάζονταν, ούτε οι «καταλήψεις» θα ευδοκιμούσαν. Κανείς δεν μπορεί να ισχυριστεί αξιόπιστα το αντίθετο. Διότι πραγματικά:
1. Οι πόροι για την Παιδεία είναι ανεπαρκείς.
2. Το εκπαιδευτικό σύστημα απαρχαιωμένο, στείρο και αντιπαιδαγωγικό.
3. Τα σχολικά βιβλία, όμως επιεικώς, από άχρηστα μέχρι μέτρια.
4. Οι εκπαιδευτικοί κακοπληρωμένοι. Και,
5. Οι σχολικές υποδομές με ελλείψεις.
Άρα, όλοι όσοι πιστεύουμε ότι με τους αγώνες και με τις κινητοποιήσεις μας μπορούμε να βελτιώσουμε το εκπαιδευτικό μας σύστημα –κόμματα, εκπαιδευτικοί και γονείς- οφείλουμε να πάρουμε πρωτοβουλίες για τον ιερό αυτό σκοπό και να μην τις εγκαταλείψουμε στα παιδιά μας.
Αν, δηλαδή, πιστεύουμε ότι πρέπει να γίνουν «καταλήψεις» σχολικών κτιρίων, είναι αδιανόητο και άνανδρο να αναθέτουμε το βαρύ αυτό έργο σε παιδιά 12, 13 και 14 ετών και να μην πηγαίνουμε εμείς οι ίδιοι – γονείς- δάσκαλοι- καθηγητές και κόμματα- να καταλαμβάνουμε (και να προστατεύσουμε από βασιβουζούκους)τα σχολεία των παιδιών μας.
Αρκετές δεκαετίες χρησιμοποιήσαμε τα παιδιά μας ως ασπίδες – εις βάρος τους και εις βάρος σύμπασας της κοινωνίας.
Διότι, ας γελιόμαστε: Τα παιδιά –ειδικά των Γυμνασίων- τα ωθούν σε «καταλήψεις» κομματικοί κεκράκτες , αντιεξουσιαστές στρατολόγοι, ορισμένοι ανόητοι και φανατικοί γονείς και ελάχιστοι, ευτυχώς, εκπαιδευτικοί – όπως και ελάχιστοι Σύλλογοι Γονέων και Κηδεμόνων.
Ο αγώνας, άλλωστε, για μια σύγχρονη Παιδεία, που να μας αξίζει να της αξίζουμε , είναι πάρα πολύ σοβαρή υπόθεση για την εγκαταλείψουμε σε δώδεκάχρονα και δεκατριάχρονα αγόρια και κορίτσια.
Ο αγώνας αυτός είναι δικός μας αγώνας: των Γονέων και των εκπαιδευτικών.
Διότι – στο κάτω – κάτω – εμείς ευθυνόμαστε για τα κουσούρια της Παιδεία και όχι τα παιδιά μας…”