Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση: Διεκδίκηση μιας άλλης προοπτικής
Είχαμε την ευκαιρία να σημειώσουμε στο παρελθόν ότι τα καυτά, πράγματι, προβλήματα που ταλαιπωρούν την εκπαιδευτική κοινότητα με την έναρξη των μαθημάτων έχουν τον κίνδυνο να περιορίζουν τη συζήτηση στο «διαδικαστικό» μέρος της εκπαιδευτικής λειτουργίας και να αποσείουν το ενδιαφέρον από άλλα, εξίσου ή και ακόμη πιο σοβαρά ζητήματα, που βρίσκονται στον πυρήνα της εκπαιδευτικής πολιτικής, όπως είναι λόγου χάρη η δομή του εκπαιδευτικού συστήματος, το σχολικό πρόγραμμα, η διδακτική μεθοδολογία ή οι πρακτικές αντισταθμιστικής εκπαίδευσης, η ανεπαρκής προσχολική εκπαίδευση, που αφήνει χιλιάδες νήπια εκτός της δημόσιας παροχής, η ουσιαστική οικονομική και επιμορφωτική στήριξη των εκπαιδευτικών και, βέβαια, το καθοριστικό ζήτημα των δαπανών για την εκπαίδευση. Τα προβλήματα αυτά δεν φαίνεται να απασχολούν την ηγεσία του Υπ. Παιδείας, που σε ό,τι αφορά τη μακροπρόθεσμη εκπαιδευτική πολιτική δείχνει να κινείται -όπως άλλωστε και οι προηγούμενες κυβερνήσεις- με τον «αυτόματο πιλότο» της νεοφιλελεύθερης κατά βάση ευρωπαϊκής εκπαιδευτικής πολιτικής, ιδιότυπα προσαρμοσμένης σε μια συντηρητική εκδοχή των αξιών της ελληνοχριστιανικής παράδοσης.
Οι αγοραίες πολιτικές που προωθούνται στην εκπαίδευση έχουν οδηγήσει σε εκρηκτικές οικονομικές και κοινωνικές ανισότητες, που εκδηλώνονται και στο χώρο της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης. Η μόρφωση ως δημόσιο αγαθό και κοινωνικό δικαίωμα κάθε πολίτη αμφισβητείται.
Ο αναλφαβητισμός και η σχολική εγκατάλειψη πλήττουν τα πιο φτωχά κοινωνικά στρώματα. Ιδίως στα απομονωμένα και δυσπρόσιτα σχολεία της υπαίθρου καθώς και στα σχολεία των υποβαθμισμένων συνοικιών των μεγαλουπόλεων η κατάσταση είναι τραγική. Τα παιδιά των μεταναστών και των μειονοτικών ομάδων, όπως και τα παιδιά με ειδικές ανάγκες, αντιμετωπίζουν συχνά ανυπέρβλητες δυσκολίες. Στις συνθήκες αυτές η προεκλογική δέσμευση της Νέας Δημοκρατίας για καθιέρωση της 12χρονης υποχρεωτικής εκπαίδευσης φαίνεται πόσο μακριά βρίσκεται από την πεζή πραγματικότητα της πολιτικής της.
Η Ελλάδα είναι μια από τις ευρωπαϊκές χώρες με τα μεγαλύτερα ποσοστά αναλφαβητισμού και εγκατάλειψης στην υποχρεωτική εκπαίδευση και το Λύκειο. Τα ποσοστά της διαρροής εξακολουθούν να είναι ανησυχητικά. Σύμφωνα με παλαιότερη έρευνα του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου (2006), το ποσοστό των παιδιών που εγκατέλειπαν την υποχρεωτική εκπαίδευση εξακολουθούσε να είναι υψηλό (6.09%, έναντι 6,98% το 2000). Τα στοιχεία αυτά δεν έδιναν πλήρη εικόνα της κατάστασης. Ένα μέρος των παιδιών των πιο υποβαθμισμένων κοινωνικών στρωμάτων, που προσέγγιζε το 2%, δεν περιλαμβανόταν καν στο ποσοστό, καθώς επρόκειτο για παιδιά που δεν είχαν καν εγγραφεί στο σχολείο (παιδιά τσιγγάνων, μουσουλμάνων, μεταναστών -κυρίως «μη νόμιμων»-, και παιδιά με ειδικές ανάγκες). Με αυτά, το συνολικό ποσοστό της διαρροής στην υποχρεωτική εκπαίδευση είναι τουλάχιστον 8%.
Επιπλέον, εξαιρετικά ανησυχητικό είναι το γεγονός ότι πρόσφατη έρευνα του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου για τη διαρροή στην υποχρεωτική εκπαίδευση για πρώτη φορά τα τελευταία χρόνια διαπιστώνει αύξηση του ποσοστού της μαθητικής εγκατάλειψης στο Γυμνάσιο.
Με τις αλλαγές που επέφερε η Νέα Δημοκρατία στο Λύκειο μεγάλωσε το χάσμα ανάμεσα στο Γενικό Λύκειο και την τεχνική-επαγγελματική εκπαίδευση (Επαγγελματικά Λύκεια και Επαγγελματικές Σχολές) και ενισχύθηκαν οι ανισότητες στη μόρφωση. Η Τεχνική Επαγγελματική Εκπαίδευση δεν αντιμετωπίστηκε από την Κυβέρνηση ως βασικό συστατικό στοιχείο της εκπαίδευσης, αλλά ως εκπαίδευση «δεύτερης διαλογής». Το λύκειο συνολικά παραμένει ένα εξεταστικό κέντρο, με κύριο στόχο να ξεχωρίζει τους μαθητές σε «ικανούς» και «μη ικανούς» για εγγραφή στην τριτοβάθμια εκπαίδευση.
Κάθε χρόνο καλούνται οι γονείς να ξοδέψουν μεγάλο μέρος του εισοδήματός τους για την εκπαίδευση των παιδιών τους. Τα φροντιστήρια θα απορροφήσουν τη μερίδα του λέοντος σε μια απέλπιδα προσπάθεια για μια θέση σε επίζηλη πανεπιστημιακή σχολή. Παράλληλα, στα φροντιστήρια προσφεύγουν οι γονείς και για άλλες δραστηριότητες των παιδιών τους που θα μπορούσαν και θα έπρεπε να καλύπτονται σε μεγάλο βαθμό από το δημόσιο σχολείο, όπως ξενόγλωσση εκπαίδευση, μουσική, χορός, αθλητισμός, πληροφορική κ.λπ. Ο ελάχιστος χρόνος που είναι απαραίτητος για την κάλυψη και των άλλων αναγκών των νέων, για προσωπικές σχέσεις, για ανάπτυξη της κοινωνικότητας για επαφή με τον πολιτισμό, τον αθλητισμό, το εξωσχολικό βιβλίο, συμπιέζεται βάναυσα.
Στοιχειώδεις προϋποθέσεις για τη λειτουργία των σχολείων, των οποίων η κάλυψη σε άλλες χώρες θεωρείται αυτονόητη, στην Ελλάδα δεν διασφαλίζονται. Οι διπλοβάρδιες εξακολουθούν να κυριαρχούν, ιδίως σε μεγάλα αστικά κέντρα. Χαρακτηριστικές είναι οι περιπτώσεις της Θεσσαλονίκης και του κέντρου της Αθήνας. Στα περισσότερα σχολεία είναι σοβαρές οι ελλείψεις σε βιβλιοθήκη, εργαστήρια, αίθουσες εκδηλώσεων, αίθουσες και χώρους γυμναστικής. Σύμφωνα με έρευνα του Πολυτεχνείου και του ΟΣΚ, πολλά σχολικά κτίρια είναι παλιά και επικίνδυνα σε περίπτωση σεισμού, ενώ άλλα είναι επικίνδυνα λόγω αμιάντου. Οι σεισμοί στην Αχαΐα και την Ηλεία επιβεβαίωσαν δραματικά τη σοβαρότητα του προβλήματος. Ειδικά στην Αθήνα, κατά άλλη έρευνα, υπάρχουν σοβαρά προβλήματα περιβάλλοντος (ανθυγιεινές συνθήκες, θόρυβοι κ.λπ.) σε πολλά σχολεία.
H καθήλωση των δαπανών για την παιδεία
Η πολιτική της καθήλωσης των εκπαιδευτικών δαπανών οδηγεί στη διατήρηση της διπλής βάρδιας σε πολλά Γυμνάσια και Λύκεια, στην αδυναμία λήψης μεταρρυθμιστικών μέτρων, τελικά στη διαιώνιση μιας υποβαθμισμένης εκπαίδευσης. Οι εγχώριες δαπάνες για την εκπαίδευση είναι καθηλωμένες μόνιμα γύρω στο 3% με τάσεις μείωσης τα τελευταία χρόνια, παρά τις προεκλογικές δεσμεύσεις της κυβέρνησης για 5% του ΑΕΠ, στις οποίες ακολουθεί τελευταία και η αξιωματική αντιπολίτευση λησμονώντας εύκολα την πολιτική που ακολούθησε όσο βρισκόταν στην εξουσία. Την ίδια στιγμή στην Ευρώπη ο μέσος όρος των δαπανών για την παιδεία είναι 5%, ενώ πολλές χώρες βρίσκονται πολύ παραπάνω.
Οι γνώσεις που παρέχει το σχολείο εξακολουθούν να είναι μακριά από τις σύγχρονες ανάγκες των παιδιών και των νέων και τις κοινωνικές απαιτήσεις. Το σχολικό πρόγραμμα παραμένει εγκλωβισμένο ανάμεσα στις παραδοσιακές αντιλήψεις για τη γνώση, με έμφαση στις ελληνοχριστιανικές παραδόσεις και την αρχαιογνωσία (ουσιαστικά, αρχαιογλωσσία), και σε ένα τεχνοκρατικό εκσυγχρονισμό, που σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να εξασφαλίσει την ολόπλευρη ανάπτυξη της προσωπικότητας των νέων τού σήμερα. Οι ιδεολογικές επιλογές της Ν.Δ., όπως και του ΠΑΣΟΚ, είναι εμφανείς στα νέα σχολικά βιβλία, όπου είναι έκδηλη η στροφή προς την αγορά (επιχειρηματικότητα, ανταγωνισμός, καταναλωτισμός κ.λπ.), ενώ η συσσώρευση σχολικών γνώσεων αναντίστοιχων προς την ηλικία των παιδιών αυξάνει τις δυσκολίες όσων παιδιών δεν έχουν τη δυνατότητα να προσφύγουν στην εξωσχολική υποστήριξη.
Αντίθετα προς κάθε προεκλογική υπόσχεση της κυβέρνησης για οικονομική, επαγγελματική και κοινωνική αναβάθμισή των εκπαιδευτικών, οι εξελίξεις δείχνουν συνεχή, και τελευταία τραγική επιδείνωση. Η πολιτική της λιτότητας και της μισθολογικής καθήλωσης, η αμφισβήτηση των εργασιακών δικαιωμάτων των εκπαιδευτικών, η συστηματική προσπάθεια απαξίωσής τους από την εκάστοτε κυβέρνηση κάθε φορά που διεκδικούν το δικαίωμά τους σε μια αξιοπρεπή διαβίωση είναι στοιχεία που προοιωνίζονται αρνητικές συνέπειες και για το μέλλον.
Γενικότερα, στο όνομα της «δύσκολης οικονομικής συγκυρίας» ασκείται μια απάνθρωπη οικονομική πολιτική σε βάρος της μισθωτής εργασίας. Ακόμα και τα δεδουλευμένα των εκπαιδευτικών αποτελούν πλέον ζήτημα διεκδίκησης. Είναι όμως αυτονόητο ότι, για να ανταποκριθούν οι εκπαιδευτικοί στις αυτονόητα μεγάλες απαιτήσεις της κοινωνίας, πρέπει να μπορούν να ζουν με αξιοπρέπεια από το μισθό τους, να έχουν αποδοχές που θα τους εξασφαλίζουν επαρκή πρόσβαση στα αγαθά της διαρκώς και ραγδαία εξελισσόμενης γνώσης και του πολιτισμού.
Ένας πολύ σοβαρός κίνδυνος σε ό,τι αφορά το εργασιακό καθεστώς των εκπαιδευτικών έγκειται στην προώθηση των επισφαλών εργασιακών σχέσεων, στην παγίδευση των εκπαιδευτικών της δημόσιας εκπαίδευσης σε συνθήκες εργασιακής αβεβαιότητας και περιπλάνησης, όπως συμβαίνει στην περίπτωση των ωρομίσθιων ή αναπληρωτών εκπαιδευτικών.
Συνολικά, εκείνο που κυριαρχεί στο εκπαιδευτικό τοπίο είναι μια αντιλαϊκή και αντιδημοκρατική εκπαιδευτική πολιτική, νεοφιλελεύθερης έμπνευσης, που δεν υπηρετεί τις ανάγκες του ελληνικού λαού και της νεολαίας ούτε αναβαθμίζει την παρεχόμενη εκπαίδευση, αλλά οξύνει τις μορφωτικές ανισότητες. Το φάσμα της ολοένα εντεινόμενης ιδιωτικοποίησης της εκπαίδευσης είναι παραπάνω από ορατό σε όλες τις βαθμίδες της, αρχής γενομένης από την τριτοβάθμια. Αυτή η εκπαιδευτική πολιτική ευνοεί εκείνους που «έχουν και κατέχουν» και αδικεί τα παιδιά και τους νέους των εργατικών στρωμάτων, κυρίως των μεταναστών και των οικονομικά και κοινωνικά αδύναμων.
Ας μη λησμονούμε όμως ότι η παιδεία ήταν το πεδίο όπου η κυβέρνηση συνάντησε ισχυρή αντίσταση και αναγκάστηκε να υποχωρήσει. Το εκπαιδευτικό κίνημα έθεσε την παιδεία στο κέντρο της δημόσιας συζήτησης. Η ματαίωση της αναθεώρησης του άρθρου 16 ήταν η πρώτη ήττα της πολιτικής των ιδιωτικοποιήσεων. Και ο δρόμος της αντίστασης στις επιλογές του νεοφιλελευθερισμού στην εκπαίδευση συνεχίζεται.
Το ανοιχτό, δημόσιο, «χωρίς σύνορα» σχολείο, που αγκαλιάζει όλα τα παιδιά και προωθεί τις ίσες ευκαιρίες, το δημόσιο, σύγχρονο πανεπιστήμιο, που παρέχει σύγχρονη, κριτική και δημιουργική γνώση στην υπηρεσία της ειρήνης, της προόδου, της κοινωνικής δικαιοσύνης, είναι ώριμα κοινωνικά αιτήματα, είναι τα δικά μας αιτήματα, για τα οποία αγωνιζόμαστε.
Είναι η απάντησή μας στο «ανταγωνιστικό-επιχειρηματικό» σχολείο, στο επιχειρηματικό πανεπιστήμιο, που ευαγγελίζονται οι εκφραστές των συμφερόντων της οικονομικής ολιγαρχίας στο πλαίσιο της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης.
Είναι αναγκαίο να συνεχιστούν και εφέτος οι αγώνες για μια αναβαθμισμένη, δημοκρατική και σύγχρονη παιδεία, χωρίς διακρίσεις και αποκλεισμούς. Για τον γονιό που αιμορραγεί οικονομικά, για τον φοιτητή που θα πάρει πτυχίο χωρίς προοπτική, για τον εκπαιδευτικό που ζει με μισθό πείνας. Για το δημόσιο σχολείο και το δημόσιο Πανεπιστήμιο, που συστηματικά υποχρηματοδοτούνται και απαξιώνονται. Για την έρευνα, που δεν έχει στοιχειώδεις πόρους. Για όλο το λαό, γιατί η παιδεία είναι δημόσιο αγαθό και όχι εμπορεύσιμο προϊόν.
Του Παύλου Χαραμή από την διαδικτυακή εκπαιδευτική πύλη του ALFAVITA.GR
